14.1.08

NEW YEAR'S RESOLUTIONS


Τους κοιτάζω που μπαίνουν στην ταβέρνα. Δύο ζευγάρια, 35 και κάτι, με ένα τρίχρονο παιδί το καθένα, κορίτσι κι αγόρι. Κατευθύνονται σε ένα τραπέζι δίπλα μου. Εγώ μόνη, σε Σαββατιάτικη μεσημεριανή σιέστα, πίνω ένα ποτήρι κρασί. Κοιταζόμαστε. Τους λείπει μία καρέκλα, μου ζητούν αν μπορώ να τους δώσω μία από τις τρεις δικές μου, «βεβαίως», λέω, και ταυτόχρονα αναρωτιέμαι γιατί τη ζητούν από εμένα όταν υπάρχουν τόσα άδεια τραπέζια γύρω τους. Ίσως σκέφτονται ότι εγώ θα παραμείνω μόνη μου, τι να τις θέλω άλλες τρεις καρέκλες; Αλλάζουμε ξανά βλέμματα. Νιώθω τις σιωπηλές εκατέρωθεν αξιολογήσεις να αιωρούνται στον ενδιάμεσό μας χώρο. Δεν ξέρω τι βλέπουν αυτοί. Εγώ βλέπω νωθρά διεκπεραιωτικά χαμόγελα. Σαν να έχουν έρθει να κάνουν ό,τι και κάθε Σάββατο ή Κυριακή, να βγουν με τους φίλους τους να φάνε, μαζί με τα παιδιά. Μπορεί και να τους αρέσει αυτό, να περνάνε καλά, δεν ξέρω.
Οι άντρες της παρέας είναι κυρίως σιωπηλοί, θαρρείς και κάποιος ή κάτι (μια παλιά εντολή που υπηρετούν; μια επιθυμία άλλου που μπέρδεψαν για δικιά τους;) τους έχει σύρει εδώ. Πίνουν, είναι οι μόνοι που πίνουν, ίσως πίνουν τα λόγια που δεν αρθρώνουν, τα άρρητα μεταμορφώνονται σε διαδοχικά ποτήρια μπύρας, όσο μπύρα τόσο σιωπή.
Οι γυναίκες βυθίζονται σιγά σιγά σε ένα διάλογο μεταξύ τους, χειρονομίες και εκφράσεις προσώπων που πηγαινοέρχονται στη μικρή αποκλειστική τους δυάδα. Τα μικρά μιλάνε κι αυτά μεταξύ τους, πολύ φωναχτά, το αγόρι λέει «εγώ θα πάρω πέντε χιλιάδες εκατομμύρια» και το κορίτσι απαντάει «όχι, εγώ θα πάρω περισσότερα, και θα μου τα δώσει ο μπαμπάς μου!» Στιγμιαία τα ζευγάρια γελάνε, ξανάγιναν ζευγάρια, τα παιδιά γεφύρωσαν για λίγο τα κενά, είναι πολύ χαριτωμένα, πώς να μη γελάσεις, δεν τα καταφέρνουν για πολύ, η προηγούμενη ατμόσφαιρα επανέρχεται, οι τρύπες χάσκουν, τα παϊδάκια μου έρχονται, πέφτω πάνω τους λίγο λαίμαργα, αυτό είναι που εννοώ όταν λέω ότι θέλω να κάνω οικογένεια;; Ο μικρός λες και ανιχνεύει τις σκέψεις μου, σηκώνεται ξαφνικά από την καρέκλα του και τρέχει να κρυφτεί κάτω από ένα διπλανό τραπέζι κραδαίνοντας στο χέρι του ένα καλογλυμμένο αρνίσιο κεφαλάκι! Με λοξοκοιτάζει κάτω από ένα ποδάρι καρέκλας, με κοροϊδεύει που μασουλάω, δεν μπορώ να μην χαμογελάσω σ αυτό το πανέξυπνο μουτράκι. Λίγο μετά βγαίνει από το «γκαράζ» και σκαρφαλώνει στο πουλόβερ του πατέρα του λέγοντάς του «ωραία μυρίζει η κουβέρτα που φόρεσες σήμερα μπαμπά!».
Συνειδητοποιώ πόση χαρά έχει προοριστεί να προσφέρει τα επόμενα 80 ή 90 χρόνια ζωής του σ’ αυτούς τους homini skythropi που θα συναναστρέφεται ως κηδεμόνες του. Όλοι γελούν με τα σκέρτσα και τη σπιρτάδα του, πλην ο πατέρας του του πετάει κι ένα «θα λογαριαστούμε στο σπίτι για τη φασαρία που κάνεις, έχεις να φας πολύ ξύλο». Αυτό με πονάει και μόνο που το ακούω. Να μιλήσω ή να μασήσω παϊδάκι; Χαμογελάω πλατιά σε παιδί και πατέρα, «είναι εξαιρετικός ο γιος σας» του λέω με την κρυφή ελπίδα να τον γλυτώσω από κάποιες έστω ξυλιές.
Επιστρέφω στα παϊδάκια μου, πίνω την τελευταία μου γουλιά κρασί. Έξω σουρουπώνει, τα ζευγάρια πληρώνουν, οι άντρες φεύγουν μαζί με τα παιδιά, οι γυναίκες μένουν εκεί να σιγοψιθυρίζουν, καπνίζουν τα τσιγάρα μιας κληρονομημένης; μοναξιάς που ποτέ δεν τελειώνει κι ας συντροφεύεται.
Όχι, δεν θα πάρω, ευχαριστώ.

1 Comments:

At 24/1/08, 1:23 μ.μ., Blogger helenaki said...

χμμμμμμ

αχ αυτό το πληγωμένο παιδί μέσα μας....πότε θα δυναμώσει?

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home