16.9.07

ΤΑ ... ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΑ (posts) Νο 3

The Symi Experience

Καλοκαίρι 2007. Πρώτος προορισμός για φέτος: Σύμη. Προσδοκίες: πολλές, παραπάνω από όσες έπρεπε, ως συνήθως. Μέσα μεταφοράς: όλα. Πρώτα λεωφορείο στο Ελ Βενιζέλ. Μετά αεροπλάνο, καθίσματα στριμόκωλα, είμαι κοντή ευτυχώς. Παρηγορώ κι έναν ψηλό ηλικιωμένο κύριο δίπλα μου, που έχει διπλωθεί στα τέσσερα: «φτάνουμε σε λίγο, μην ανησυχείτε», την απάντηση δεν την άκουσα, είχε πνιγεί ανάμεσα στα γόνατά του. Μετά λεωφορείο από το αεροδρόμιο της Ρόδου προς το λιμάνι. Μετά με το πόδι μέχρι το σωστό σημείο που φεύγουν τα πλεούμενα για Σύμη. Μετά με το σχετικό καταμαράν: δεν σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στους βρώμικους μπεζ καναπέδες, συρρικνώνομαι σε μια γωνιά, όλο τον υπόλοιπο καναπέ τον πιάνει μια χαρούμενη γαλλική οικογένεια, το 3χρονο κάθεται στα γόνατα της μαμάς του και την κατουράει, αυτή με κοιτάζει με ένα χαμόγελο σχεδόν περήφανο, «κοίτα το να δεις τι κάνει το άτιμο!».
Φτάνω επιτέλους στο νησί, είναι πανέμορφο το λιμάνι, βρίσκω τον κύριο Καλοδούκας-Holidays τελεία gr που θα με οδηγήσει στο δωμάτιό μου. Αφήνει εμένα και το νεαρό βοηθό του σε κάτι χώματα, αρχίζουμε την κατάβαση του Χωριού με τον μικρό, η αγωνία μου αρχίζει, «πού θα σταματήσουμε άραγε;;» και σταματάμε κάποτε. Με αφήνει σε ένα άθλιο ισόγειο δωμάτιο ενός υποτιθέμενου νεοκλασικού, με παράθυρα και πόρτα εντελώς φθαρμένα, μπαίνω μέσα, νιώθω ένα ρεύμα αέρος, στον αριστερό μου τοίχο υπάρχει μία τεράστια ΤΡΥΠΑ (!!) γύρω στο ενάμιση μέτρο μήκος, κι απέξω της μία σίτα. Ο χώρος μυρίζει υγρασία, είναι βρώμικος, δεν υπάρχει σαπούνι ή χαρτί υγείας, οι βρύσες στάζουν, το κουζινάκι δεν λειτουργεί, το εγκεφαλικό είναι κοντά.
Ξανά με τα πόδια κάτω, στην κυρία αυτή τη φορά Καλοδούκα - Holidays.gr, έξαλλη. Η αντιμετώπιση απαράδεκτη στην αρχή – κόντεψα να πιστέψω ότι είχα εγώ το πρόβλημα. Η κυρία επιστρατεύει απίστευτα επιχειρήματα, θέλω απλώς να τη χαστουκίσω, αν μπορούσα θα το έκανα – «αυτό είναι ένα από τα χειρότερά μας δωμάτια» μου λέει κατάμουτρα!! Ψάχνει ολούθε για ένα άλλο δωμάτιο- τίποτα, είναι η χειρότερη στιγμή όλου του χρόνου, πρέπει να μείνω στη Hamokela.gr, με βελτιώσεις.
Οι βελτιώσεις: το δωμάτιο καθαρίζεται εν ριπή οφθαλμού, νέα ονόματα στο προσκήνιο, την καθαρίστρια τη λένε Τρυφώνα, το βράδυ μου λένε θα σου φτιάξουμε και την τρύπα με μια κάσα. Νιώθω λίγο σαν μελλοθάνατη. Πράγματι το βράδυ έρχονται και δυο συμιακοί μάστορες, μιλάνε γρήγορα μεταξύ τους την τοπική διάλεκτο, δεν καταλαβαίνω Χριστό, τσάκα τσάκα βάζουν στην τρύπα μια κάσα παραθύρου, ΧΩΡΙΣ τζάμι, τα πέτρινα σκαλιά έξω από το σπίτι γεμίζουν με εκείνο τον παράξενο αφρό σιλικόνης, μπλε και άσπρες σιλικονένιες φουσκάλες ανεμίζουν γύρω από την πόρτα μου καθώς ακούγεται στο βάθος ο Βαγγέλης Γερμανός να τραγουδάει «Στη μπανιέρα δυο δυο».
Γρήγορα ανακαλύπτω ότι για τις ωραιότερες θάλασσες θα παίρνω καΐκι, νάιν γιούρος μου εξηγεί η καΐκτζού (γυναίκες έχουν το ταμείο εκεί) σε άπταιστα αγγλικά, ΟΧΙ, δεν είναι ότι μοιάζω με αγγλίδα, είναι ότι η επίσημη γλώσσα της Σύμης είναι μάλλον τα αγγλικά. Η εφημερίδα του νησιού εκδίδεται από Άγγλους, λέγεται «The Symi Visitor» κι έχει ένθετο μέσα με τίτλο «Ο Συμιακός κάτοικος». Νιώθω ήδη πολύ παράξενα. Προσπαθώντας να απωθήσω το πακέτο του δωματίου, με πραγματική διάθεση να περάσω όσο γίνεται καλύτερα, παίρνω το καΐκι για την παραλία της Νανούς. Αποβιβαζόμαστε τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι που λέει ο λόγος, τρέχω με τις καινούριες μου σαγιονάρες πάνω στις κροκάλες να βρω μια ομπρέλα, μου πέφτει η φωτογραφική, μοιάζω με καρικατούρα πρωτευουσιάνας που την πέταξαν σε reality επιβίωσης. Μπαστακώνομαι τελικά σ’ ένα τραπέζι της μιας και μοναδικής ταβέρνας, γύρω μου άπειρες σφήκες, «μην ανησυχείς, αν δεν φας θαλασσινά δεν έχεις ανάγκη» μου λέει ο ταβερνιάρης, που έχει παντού στα χέρια του τσιμπήματα σφήκας, μάλλον ήταν κάποτε τσιπούρα κι ο ίδιος.
Σταδιακά εγκλιματίζομαι. Παίρνω απόφαση ότι όσο αντιστέκομαι στην πραγματικότητα, αυτή άλλο τόσο θα μου δείχνει το χειρότερό της πρόσωπο, σαν κακιασμένη επιθετική σφήκα. Κι έτσι αφήνομαι σιγά σιγά στα πράγματα να με οδηγήσουν. Έρχονται δυο κοπέλες στο πάνω δωμάτιο, κάνουμε τρελή πλάκα, αρχίζουν να με καλημερίζουν οι γείτονες, αγοράζω μπρικάκι, στολίζω τη χαμοκέλα με μπουκαμβίλιες κι ανάβω κεριά, πάω και σ’ άλλες παραλίες, κάνουμε με τα κορίτσια το γύρο του νησιού με το καΐκι, θέρτιφάιβ γιούρος έκαστη, δεν βαριέσαι, είχε και μπάρμπεκιου και μπάνιο στο Δυσάλωνα, ίσως από τα ωραιότερα νερά που έχω κολυμπήσει ποτέ.
Η ατμόσφαιρα στο Γιαλό ανήκει σε άλλη δεκαετία, είμαστε στα ΄80, στον «Αχινό» συχνάζουν καμάκια με μαλλί λασπωτήρα και τσίμπλα στο μάτι, υπάρχουν «καφετερίες», «greek souvlaki and tzatziki», μαγαζιά με κοσμήματα παρωχημένων εποχών, ο κόσμος που κυκλοφορεί είναι απίθανα ετερόκλητος, πάγκοι με πανάκριβα σφουγγάρια και χρωματιστά κοχύλια σου τραβούν το μάτι, υπάρχει μια διάχυτη μυρωδιά μπαχαρικών, βόθρου και πιτόγυρου, ΠΟΎ ΕΙΜΑΙ;;
Το Χωριό πάλι στέκει πανέμορφο, με τα νεοκλασικά του που πρόσφατα ανακαινίζονται, κυρίως όμως από τους ξένους. Η υποδομή λιγοστή, δεν βρίσκω ούτε ένα ωραίο καφέ να πιω ένα αξιοπρεπές πρωινό και να κοιτάζω τη μαγική θέα, το παραδοσιακό πανηγύρι της παναγιάς Αλεθηνής γιορτάζεται με εκκωφαντικούς ενισχυτές, σκυλάδικα και σουβλάκι στη σχάρα, οι Συμιακές φορούν πολλά χρυσαφικά, πολύχρωμα φορέματα και συχνάζουν κυρίως στο παράπλευρο ομώνυμο club, ξεχωρίζει με διαφορά το πανέμορφο καφέ - μπαρ «Η Καλή Στράτα» που σε αποζημιώνει για τα 280 σκαλιά που ανέβηκες νυχτιάτικα.
Αποχαιρετώντας τη Σύμη αναρωτιέμαι για την ταυτότητά της. Και για τη δική μου. Ποια είμαι τελικά; Τι θέλω; Και πού πάω;
Στο αεροπλάνο του γυρισμού κάθεται δίπλα μου ένας πολύ γοητευτικός άντρας. Στην κουβέντα προκύπτει ότι ήταν και πολύ παντρεμένος. Λίγο μετά ακουμπάω τις πατούσες μου στο έδαφος και καταλαβαίνω τι μου ψιθύρισε, ή ίσως, ούρλιαξε με όλη της τη δύναμη, τούτη η περιπλάνηση στο Αιγαίο: η πραγματικότητα έχει πολλά πρόσωπα, να είσαι ανοιχτή να τα βλέπεις όλα.