27.3.07

FUNK ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ ή ΓΕΡΝΑΩ ΜΑΜΑ

Σαββατόβραδο στο Guru, έχω πάει να ακούσω τους αγαπημένους μου Funkollectiv. Μπαίνω και αντικρίζω ένα σκέτο παραλληλόγραμμο χώρο με κάτι απειροελάχιστες στενές μπάρες δεξιά κι αριστερά, και δυο καναπέδες, ρεζερβέ βεβαίως, πολύ κοντά στην πίστα. Ψάχνω να βάλω κάπου το μπουφάν μου, η κοπέλα μου υποδεικνύει, «μπορείτε να το κρεμάσετε εκεί» μου λέει, «δεν ξέρω αν φτάνω» της λέω, «μα υπάρχουν τα σκαλιά γι αυτό» μου λέει κάπως θιγμένη και καταλαβαίνω ότι το κρέμασμα είναι self-service, οπότε ανεβαίνω σε κάτι σκοτεινά σκαλιά αλλά και στις μύτες των ποδιών μου (διότι πράγματι δεν έφτανα) και κρεμάω το τιμημένο μου μπουφάν, όπως όπως. Παραγγέλνω την Pina Colada μου (όλα κι όλα: στο Guru τα κοκταίηλ είναι υπέροχα, αρκεί να καταφέρεις να το πιεις πριν σου το πάρουν…) και αράζω σε ένα πεζουλάκι ξύλινο μπροστά στην πίστα. Λίγο μετά ο χώρος γεμίζει: από ανθρώπους και καπνό. ΠΟΛΥ καπνό. ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΠΝΟ. Παίζω με τις λέξεις για να κρατηθώ ψύχραιμη : τεκές, ντουμανιάζω, στάχτες και μπούρμπερη, «σε περιμένω σαν τσιγάρο αναμμένο», «τι σου κανα και πίνεις τσιγάρο στο τσιγάρο». Κάπου εκεί αρχίζει το live. Είμαι μπροστά μπροστά με τη φίλη μου και δίπλα μας στέκεται ένας τύπος που ξεφυσάει όλο του τον καπνό πάνω στα μούτρα του τραγουδιστή. Εκείνος το βλέπει (και σίγουρα το νιώθει) αλλά δεν του λέει τίποτα, τι να πει, fan του γκρουπ του είναι. Λίγο μετά, νιώθω έναν πόνο να διαπερνά τις μπότες μου και να φτάνει στην πατουσίτσα μου: είναι ένας από τους ηχολήπτες που περνάει για χιλιοστή όγδοη φορά σχεδόν από … πάνω μας, για να ακούσει την ηχητική, να πάρει μπύρα, να μιλήσει με τις φίλες του, δεν ξέρω, πάντως κοντέψαμε να γίνουμε κολλητοί. Από πίσω μου δε, στέκεται ξανθή παρουσία με βλέμμα τύπου «κοιτάζω μακριά γιατί πιο κοντά βαριέμαι» η οποία μου λέει το αμίμητο: «μπορείς να κάνεις πιο μπροστά;» όπου «πιο μπροστά» βλέπε «πάνω στον τραγουδιστή». Της αρνούμαι ευγενικά και της εξηγώ το γιατί, καθώς αναρωτιέμαι από μέσα μου γιατί άραγε δεν είναι προφανές. Στο μεταξύ, μ’ αυτά και μ’ αυτά, έχω διψάσει και κάνω την αυτονόητη κίνηση να πάρω την Pina Colada – αντ’ αυτού το χέρι μου πέφτει πάνω σε ένα γεμάτο τασάκι ενώ βλέπω το αγαπημένο μου κοκταίηλ να κείται μαζί με άλλα μαζεμένα ποτήρια στην άκρη του τραπεζακίου, έτοιμο να αρπαγεί από τα χέρια της σερβιτόρας. «Μου πήρατε το ποτό μου!» της λέω έκπληκτη (ομολογώ αυτό δεν μου συμβαίνει συχνά, δεν είχα πιει ούτε το μισό…) κι εκείνη μου λέει με ξυνισμένο ύφος «θα σου φέρω άλλο!» Πράγματι μου έφερε, ευτυχώς, αλλά έμαθα μετά από τη φίλη μου ότι αυτό της είχε ξανασυμβεί στο Guru, πιθανώς λόγω έλλειψης ποτηριών. Καθώς και πάλι αναρωτιέμαι για τα αυτονόητα, δηλαδή, γιατί δεν αγοράζουν οι ιδιοκτήτες ποτήρια, οέο, τρώω τρεις δυνατές σπρωξιές και μια κλωτσιά από την πισινή δεξιά μου, ένα νευρόσπαστο ξανθό θάμνο που χτυποκοπιέται με κλειστά μάτια, βυθισμένη στην funkσταση. (Αυτό πάλι είναι ένα ενδιαφέρον θέμα προς μελέτη: δηλαδή, πώς γίνεται και κάποιες γυναίκες που γουστάρουν το funk έχουν πανομοιότυπο μακρύ μαλλί τύπου ποώδης θάμνος ενώ αντίστοιχα κάποιοι άντρες έχουν μαλλί ράστα και οπωσδήποτε με κάποιο τρόπο κοτσιδάκι – κλείνει η παρένθεση). Αφού την κοίταξα κάπως αυστηρά, με το βλέμμα μου νούμερο 13,5 (ανάμεσα στο 13: «μην τολμήσεις και με ξαναχτυπήσεις, την έβαψες» και στο 14: «την έβαψες» σκέτο) προσπάθησα να αφεθώ στη μουσική, που όμως κι αυτή για κάποιο λόγο, έφτανε στα αυτιά μου μάλλον «διεκπεραιωτική» κι «επαναλαμβανόμενη».
Μην τα πολυλογώ, φύγαμε με τη φίλη μου λίγο πριν τελειώσει η συναυλία και αφού κατάφερα να ξεκρεμάσω το μπουφάν μου από τα «τσιγαροδαρμένα ύψη» (διότι ακριβώς κάτω από τα παλτά καθόταν ένας τύπος και κάπνιζε, για όνομα…). Μόλις βγήκαμε δε στη Σωκράτους και κατάφερα να πάρω την πρώτη μου κανονική αναπνοή για τη βραδιά, άρχισα να αναρωτιέμαι «μαμά, γερνάω;;;;». Αν πάντως, το να γερνάω, μπορεί να σημαίνει ότι πάω και ακούω ζωντανές μουσικές χωρίς να ταλαιπωρούμαι τόσο, τότε μάλλον προτιμώ να είμαι καλοζωισμένο και χαρούμενο γερούνδιο από μπαρουτοκαπνισμένο ταλαιπωρημένο νιάτο, νομίζω…