27.2.07

EVERYBODY LOVES THE SUNSHINE (συστήνεται να διαβαστεί μαζί με το ομώνυμο τραγουδάκι του Roy Ayers)

Τα τελευταία 3 χρόνια έχω καθιερώσει (μετά βασάνων και κόπων) μία ωραία συνήθεια, αυτή της κολύμβησης στην ανοιχτή θερμαινόμενη δημοτική πισίνα της περιοχής μου. Πρόκειται για μια 25άρα πισίνα, παστρική και περιποιημένη, με ωραίο ουρανό από πάνω, πολυκατοικίες και δέντρα δεξιά κι αριστερά, και μπλε πλακάκι που θα μπορούσε να φέρνει κάτι και σε θάλασσα.
Εκεί συχνάζουν κάθε λογής άνθρωποι: πρωί πρωί έρχονται οι εργαζόμενες τριαντασαραντάρες: πανικός στα αποδυτήρια, όλες βιάζονται, ρούχα βγαίνουν, μαγιό εμφανίζονται, κανείς δε λέει κουβέντα, όλα πρέπει να γίνουν με ταχύτητα και ακρίβεια. Μετά τις εννιά εννιάμιση κάνει τη μεγαλειώδη εμφάνισή της η τρίτη ηλικία: κοτσωνάτες γιαγιάδες με ύφος «ή θα κάνεις ότι σου πω ή θα σε σπάσω στο ξύλο». Γι αυτό το λόγο, είναι σχεδόν αδύνατο να τους προσφέρεις τη βοήθειά σου σε κάτι διότι, απλά, την έχουν ήδη αρπάξει τη βοήθειά σου, εξηγώντας σου φερ’ ειπείν η κ. Παναγιώτα (καθώς εσύ δε βρίσκεις τα πράγματά σου εκεί που τα άφησες): «σας πήρα το ντουλάπι σας γιατί έχω ρευματικά και είναι το μόνο που με βολεύει» ή «μετέφερα εκεί την πετσέτα σας γιατί η δική μου έπρεπε να ζεσταίνεται από το καλοριφέρ, καταλαβαίνετε πιστεύω». Και σωστά το πιστεύει, καταλαβαίνω. Κυρίως ότι καλά θα κάνω να μην τη λυπάμαι καθόλου.
Αργότερα μεταξύ δέκα κι έντεκα ο πληθυσμός αλλάζει: σκάνε μύτη οι μη εργαζόμενες, κάπως καλοζωισμένες νοικοκυρές / ελεύθερες επαγγελματίες αλλά και κανα δυο νιάτα, έτσι για το ξεκάρφωμα. Εκεί αναπτύσσεται μία σειρά από θέματα συζήτησης, μεταξύ των οποίων ο καιρός, η θέση της γυναίκας στον επαγγελματικό χώρο, η μούχλα στο ταβάνι του αποδυτηρίου, οι συμβασιούχοι του δήμου, το πρόωρο άνθισμα της μιμόζας, η δίαιτα της Βανδή, οι καταλήψεις των φοιτητών ή πώς φτιάχνεται ο μουσακάς-να-γλύφεις-τα-δάχτυλά-σου.
Εκείνο όμως που είναι πραγματικά ενδιαφέρον είναι το πώς οι άνθρωποι που πηγαίνουμε εκεί διαχειριζόμαστε το χώρο, εντός και εκτός πισίνας.
Στα αποδυτήρια, έχεις εκείνες που χρειάζονται ΟΛΟ μα ΟΛΟ τον πάγκο για να ετοιμαστούν (μιλάμε για δυόμιση μέτρα πάγκο!) κι όταν είσαι δίπλα τους εκτοπίζεσαι στο λεπτό! Πριν καλά καλά το καταλάβεις έχεις βρεθεί στο διπλανό πάγκο, κοντά σε μία άλλη επίσης εκτοπισμένη. Μετά είναι οι αγχώδεις που πιάνουν διάφορους πάγκους εδώ κι εκεί, και μετά τους παίρνει ώρα να μαζέψουν τα πράγματά τους από ολούθε. Μπορεί και να βρεις κανα κοκκαλάκι τους στο σάκο σου φεύγοντας.
Έπειτα είναι οι ψυχαναγκαστικές: όλα τακτοποιημένα, γίνονται πάντα με την ίδια σειρά κι αν δεν γίνουν λόγω κόσμου, εκείνες θα περιμένουν να το κάνουν έτσι όπως το κάνουν πάντα. Τις αναγνωρίζεις γιατί πάντα χρησιμοποιούν το ίδιο ντουλάπι και πιάνουν το ίδιο ακριβώς σημείο στον πάγκο με χτες, προχτές και πρόπερσι, που ίσως γράφει και το όνομά τους, απλώς εσύ δεν το έχεις προσέξει.
Και βεβαίως ακολουθούν οι ντροπαλές (ή ενδεχομένως που θέλουν το δικό τους ιδιωτικό χώρο): κλείνονται στα ατομικά αποδυτήρια με το μαγιό και βγαίνουν παντελώς μεταμορφωμένες, σαν τον Σούπερμαν.
Α! και να μην ξεχάσω εκείνες που χρησιμοποιούν τα αποδυτήρια ως χώρο κομμωτηρίου ή κέντρου αισθητικής γενικότερα. Πασαλείβονται με ό,τι εξειδικευμένη κρέμα υπάρχει (π.χ. για τη σύσφιξη του πάνω χείλους ή την ενυδάτωση των αγκώνων) και κυκλοφορούν ΚΑΙ εντός πισίνας με ρολά, για να είναι χτενισμένες όταν βγουν απ’ το νερό!
Τώρα, ΜΕΣΑ στο νερό τα πράγματα αλλάζουν: τις πλαϊνές λωρίδες καταλαμβάνουν οι πιο γηραλέοι, τις μεσαίες οι πιο αθληταράδες αλλά κι εκείνοι που τους ενοχλεί η πίεση του νερού από τα πλάγια (εμένα δηλαδή).
Έχω καταλήξει ότι η σωστότερη αντιμετώπιση του χώρου στο νερό είναι να δεις τι θέλεις ΕΣΥ προσωπικά να καταλάβεις. Διότι αν ασχοληθείς με το τι κάνει ο άλλος, την έβαψες. Διότι έχεις π.χ. την κυριούλα που κολυμπάει λες και βρίσκεται στη Γαλάζια Λίμνη: κλειστά μάτια, χαμόγελο απόλυτου νιρβάνα και πέφτει ΠΑΝΤΑ πάνω σου, ζητώντας ειλικρινά συγγνώμη επί περίπου δεκαπέντε φορές. Από εκεί απλώς ΦΕΥΓΕΙΣ. Και από τον επιθετικό 25άρη που βγάζει το άχτι του και αντιμετωπίζει το νερό ως σάκο του μποξ φεύγεις. Και δεν το διαπραγματεύεσαι και καθόλου. Θα μου πεις, κι η πισίνα ένας μικρόκοσμος δεν είναι; Αυτό δεν ζούμε και στην καθημερινότητα; Έτσι δεν συναλλασσόμαστε;
Κι επειδή και ο σουρεαλισμός μέσα στη ζωή είναι επίσης, πριν φύγω, κοιτάζω στα ντουλάπια μήπως έχω αφήσει τίποτα και ταυτόχρονα διαβάζω την ανακοίνωση (και βάζω όπου θέλω τη στίξη, αφού δεν υπάρχει): «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΑΥΣΤΗΡΑ ΤΟ ΞΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ»…

26.2.07

ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Είναι Σάββατο πρωί κι ετοιμάζομαι να φύγω για το νησί (Σίφνος λοβ φορ έβερ).
Φτάνω στην είσοδο Ε9 (σα δήλωση ακινήτου μου ακουγόταν πάντα αυτό) και αντικρίζω το ωραιότατο, ταχύτατο πλοίο Άγιος Γεώργιος. Καθώς δρασκελίζω τον καταπέλτη, εξοπλισμένη με τρία «Κουίζ», ένα γυναικουλίστικο-περιοδικό-όποιο-να'ναι, Σαββατιάτικες εφημερίδες και τέσσερα λογοτεχνικά βιβλία, σκέφτομαι όλες εκείνες τις ώρες που θα περάσουν μέχρι να πιάσουμε Σίφνο. Χαμένη στους υπολογισμούς μου ("αν κάνουμε 5 1/2 ώρες, θα φτάσουμε στη 1, αν κάνουμε 6 1/2, στις 2, μπορεί και να μη δέσουμε αν μας πιάσει απαγορευτικό", κοκ), ακούω πλάι μου μια βροντοφωνάρα "έλα, έλααα, πάρτο δεξιά, εμένα κοίτα, στραβή είσαι, δεξιά σου λέω, όπα, όπα ντε, πώς το πατάς έτσι, σε ράλι είσαι, τώρα τι έπαθες, μου λες;, για να φεύγουμε, πολύ το καθυστερείς, για άντε!" και μετά μια σειρά από κοσμητικά επίθετα που αρνούμαι να επαναλάβω εδώ…
Δεν ήμουν εγώ η οδηγός που έλουζε ο κύριος του πληρώματος. Το αντίστοιχο όμως μου έχει συμβεί πάμπολλες φορές όταν ταξιδεύω με τα παπόρια της γραμμής, να πρέπει δηλαδή να υποστώ την επιθετικότητα και το επιτακτικό ύφος του εκάστοτε κυρίου, έτσι, χωρίς προφανή λόγο (είμαι καλή οδηγός). Το θεωρώ δε τόσο δεδομένο που παραξενεύομαι άμα μου τύχει κανας ήσυχος κι ευγενικός – τι διάβολο, δεν θα πει ούτε μια κουβέντα;
Λοιπόν νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται ότι κάνουν κάτι πάρα πολύ σημαντικό εκείνη τη στιγμή που σε καθοδηγούν να μπεις με το αυτοκίνητό σου στο βαπόρι. Μάλλον είναι οι ολόδικές τους στιγμές απόλυτης εξουσίας, εκείνοι ελέγχουν την κατάσταση στη φάση της επιβίβασης, χωρίς αυτούς θα γινόταν το απόλυτο χάος. Και μάλλον καταχρώνται αυτή τη στιγμή εξουσίας. Σαν να ΠΡΕΠΕΙ να φωνάξουν, δεν ξέρω. Σαν να ΠΡΕΠΕΙ να είναι επικριτικοί μαζί σου, είναι η μοναδική τους ευκαιρία να το κάνουν.
Και δεν είναι οι μόνοι. Δες π.χ. τις τηλεφωνήτριες στα Ράδιο Ταξί: έχεις ποτέ συναντήσει κάποια ευγενική από δαύτες; Μόλις σου απαντούν, σε βάζουν στην αναμονή και νιώθεις ότι σου το κλείνουν στη μούρη, λες και μόλις τσακωθήκατε. Χρησιμοποιούν τις ελάχιστες δυνατές λέξεις για να επικοινωνήσουν κι ο τόνος της φωνής τους είναι τουλάχιστον επιτακτικός για να μην πω άγριος και απειλητικός.
Άλλο: έχεις παρατηρήσει το ύφος του οδηγού που σου «επιτρέπει» να στρίψεις κάθετα μπροστά του από το αντίθετο ρεύμα; Πόσες φορές έχεις μετρήσει που το ύφος ΔΕΝ είναι ολίγον υπεροπτικό, κάποιων καρδιναλίων, τύπου «χε, χε, τώρα από μένα εξαρτάσαι φίλε, μπορείς να περάσεις λοιπόν, σου το επιτρέπω»;
Ή οι ταμίες στα φαστφουντάδικα όταν εκφωνούν στους υπαλλήλους τις παραγγελίες και συνοδεύουν τις φράσεις τους με εκείνο το «παρακαλώ» που ακούγεται σα βρισιά: «δύο χάμπουργκερ, μια πατάτες κι ένα κοτόπουλο, παρακαλώ!» που μεταφράζεται σε «ξεκούνα τον κ..ο σου και φτιάξε μου ΤΩΡΑ δυο χάμπουργκερ!»
Να μην αναφερθώ στους ταξιτζήδες και πώς καταχρώνται τη δική τους εξουσία την ώρα που μπορεί να τους έχεις απόλυτη ανάγκη! Ή στις νοσοκόμες δημόσιων αλλά και ιδιωτικών κλινικών που ενίοτε σε κάνουν να νιώθεις κακόμοιρος συγγενής κακόμοιρου ετοιμοθάνατου που κρέμεται από μια κλωστή κι από τη δική τους φροντίδα.
Μου φαίνεται παρ’ όλ’ αυτά ότι τούτα τα πέντε λεπτά εξουσίας (ή και παραπάνω…) λαχαίνουν κάποια στιγμή στον καθένα από μας και τότε απομένει σε μας να δούμε πώς θα τα χρησιμοποιήσουμε και ποιος θα ζήσει τις συνέπειες.