15.1.07

ΟΧΙ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Τον κοίταξα που ήρθε να μου καθαρίσει το τζάμι. Ήταν πάρα πολύ αδύνατος, χλωμός μέσα στο καφετί δέρμα του προσώπου του, με μάτια βαθουλωμένα και φρύδια που ενώνονταν πάνω από τη μύτη του σε ένα θυμό. Τα χέρια του ήταν λεπτά και επιδέξια, οι φλέβες πεταγμένες, τα δάχτυλα έτοιμα να επαναλάβουν για χιλιοστή φορά την ίδια κίνηση.
Του έγνεψα καταφατικά. Δεν το κάνω πάντα. Άλλες φορές θέλω, άλλες φορές όχι. Όταν δεν θέλω, με θυμώνει που επιμένει. Όχι μόνο εκείνος, όλοι σαν εκείνον. Το νιώθω παραβιαστικό, κάποιος δεν με υπολογίζει. Δεν με σέβεται που δεν θέλω.
Κι αμέσως μετά σκέφτομαι. Να με υπολογίσει ποιος;; Εκείνος που ζει σε μία χώρα που τον υπολογίζει ελάχιστα; Που δεν σέβεται καθόλου τι θέλει αυτός και τι δεν θέλει; Εκείνος που δέχεται πάνω του όλη τη δική μου δυσκολία να αντέξω το διαφορετικό, χωρίς να το μισήσω ούτε να το ευλογήσω;
Κι έτσι όταν δεν θέλω, λέω όχι, ευχαριστώ. Χωρίς να αρπαχτώ, ούτε να εκνευριστώ. Κι αν επιμένει, επιμένω κι εγώ στο «όχι, ευχαριστώ» μου. Νομίζω είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω. Και μέχρι στιγμής, εκείνος το δέχεται και πηγαίνει στον επόμενο.