26.10.06

ΕΜΜΟΝΕΣ, ΚΟΛΛΗΜΑΤΑ, ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΖΩΑ

Εν όψει της επετείου του «ΟΧΙ» σκέφτηκα πως πρέπει κι εγώ πια στη ζωή μου να πω μερικά κρίσιμα όχι. Ετοιμάστηκα λοιπόν από τη Δευτέρα, ξεσκόνισα τις ηρωικές μου καταβολές, υπενθύμισα στον εαυτό μου όσα με θυμώνουν, για να οπλιστώ με την απαραίτητη οργή, και ξεκίνησα για την γενναία μου επέλαση στη χώρα της αλλαγής. Θα τους συνέτριβα τους εχθρούς, ήμουν σίγουρη. Θα άλλαζα τη ζωή μου εκ θεμελίων.
Ωστόσο, τη Δευτέρα προέκυψε ένα αλαλούμ στο πρόγραμμά μου (για ευχάριστους λόγους) κι ενώ έπρεπε να πάω λαϊκή, δεν προλάβαινα με τα χίλια άλλα που μου βγήκαν να κάνω. Ξαφνικά άρχισα να μη νιώθω και πολύ καλά. ΤΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΩ ΛΑΪΚΗ ΣΗΜΕΡΑ;; Πάντα πάω λαϊκή τις Δευτέρες. Πώς θα μείνει το σπίτι χωρίς πράγματα;
Λίγο μετά, κατάφερα από ένα λάθος χειρισμό, να σβήσω ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή μου, κι έγινα έξαλλη. Πώς μου συνέβη αυτό; ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΧΑΝΩ ΜΗΝΥΜΑΤΑ. Κι ήταν και Δευτέρα κι έπρεπε να πάρω τα μηνύματα του γραφείου από το ΠΣΚ…
Η μέρα κάτι ήθελε να μου πει κι εγώ δεν κρατούσα το λεξικό μαζί μου.
Η ιστορία συνεχίστηκε με την ανατροπή, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλων εκείνων που σταθερά και αμετακίνητα κάνω τις Δευτέρες και με εμένα κυριολεκτικά αποσυντονισμένη. Όλο μου το πρόγραμμα, όλο το τελετουργικό της αρχής της εβδομάδας είχε πάει στράφι.
Ξαφνικά μου ήρθε το λεξικό στο κεφάλι και αποκωδικοποίησα το μήνυμα: Πού πάω ο Καραμήτρος να πω τα «όχι» και να κάνω τον καμπόσο όταν εγώ η ίδια αποσυντονίζομαι με τρεις απλές αλλαγές σε τρία απλά πράγματα;;;
Σκέφτηκα πόσο ταυτισμένοι είμαστε με τα προγράμματα, τις εμμονές και τους καθημερινούς ή εβδομαδιαίους μας καταναγκασμούς. Μία φίλη μου βάζει ΠΑΝΤΑ στα μαλλιά της ένα προϊόν με μυρωδιά καρύδας, κι αν δεν το βρει δεν βάζει άλλο. Δεν ξεχνάς ότι σε επισκέφτηκε γιατί ο καναπές σου για καμιά βδομάδα μετά μυρίζει λες και τον άλειψες με αντηλιακό. Ο Α. δεν πλένει τα δόντια του ποτέ το βράδυ, το κάνει πάντοτε το πρωί (αν μη τι άλλο, στις διακοπές δεν τσακωνόμαστε ποτέ για το ποιος θα μπει πρώτος στο μπάνιο το βράδυ). Η μάνα μου δεν μπορεί αν δεν κάνει τουλάχιστον δύο μπάνια την ημέρα, νιώθει, λέει, «βρώμικη». Ο Σ. δεν μπορεί να κοιμηθεί αν δεν κάνει ένα γρήγορο ζάπινγκ στην τηλεόραση ακόμα κι αν τα μάτια του κλείνουν κι έχει ήδη αρχίσει να ροχαλίζει σαν νταλικέρης μετά από ολονύχτια διαδρομή στην εθνική. Ένας συνάδελφός μου δεν μπορεί να διανοηθεί την Κυριακή του χωρίς τουλάχιστον τρεις εφημερίδες, δεν πα να ναι στου διαόλου το ξερονήσι, δεν πα να ναι άρρωστος με 40 πυρετό λίγο πριν την εντατική. Είναι σχεδόν θέμα ταυτότητας γι αυτόν! Αν δεν το κάνει, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του, ούτε εμείς οι υπόλοιποι εκείνον.
Και ρωτώ: ποια καταστροφή παραμονεύει αν δεν πιω τον καφέ μου με την ίδια ποσότητα ζάχαρης; Τι φριχτό μπορεί να μου συμβεί αν πάω στη δουλειά από άλλο δρόμο αύριο ή αν δεν κάνω ένα τσιγάρο μαζί με το ποτό μου;
Άραγε τι είναι τόσο τρομακτικό στο να βγαίνουμε από τις συνήθειές μας, τις μικρές καθημερινές μας χορογραφίες; Γιατί χάνουμε την ισορροπία μας με ένα μικρό στραβοπάτημα; Και πώς ζητάμε να αλλάζουμε τα σημαντικά αν δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από τα πιο ασήμαντα, απειροελάχιστα δικά μας πράγματα;
Πολλές ερωτήσεις έπεσαν για βράδυ, πάω σιγά σιγά να πλύνω τα δόντια μου, να κλείσω το θερμοσίφωνα, να τσεκάρω αν έχω κλειδώσει και να διαβάσω διαδοχικά λίγο «Ζίγκι απ’ το Μάρφαν», λίγο Athens Voice και λίγο Lifo. Εξάλλου πάντα αυτό δεν κάνω τις Πέμπτες;;;

13.10.06

ΝΥΧΤΕΣ ΑΠΟ ΚΟΝΤΟΣΟΥΒΛΙ

Βάφτισα έτσι τις νύχτες εκείνες που τρώει κανείς άθελά του βαριά το βράδυ πριν κοιμηθεί (φερ’ ειπείν κοντοσούβλι) και τελικά δεν κοιμάται. Είναι οι δύσκολες νύχτες που το μυαλό, γυρίζει, σαν τη σούβλα, αενάως μέχρι τα θέματα να ροδοκοκκινίσουν, να φτιάξουν πέτσα και να είναι έτοιμα για πέρασμα στην πράξη.
Τα θέματα που μπορεί να απασχολήσουν ένα μυαλό γεμάτο από την ενέργεια ενός κοντοσουβλιστού χοιρινού είναι ποικίλα, έχουν δε την ιδιότητα να εναλλάσσονται ταχύτατα, το ένα μετά το άλλο: «ουφ, επιτέλους στο ωραίο μου κρεβάτι – από χτες το πρωί έχω να ησυχάσω» > «μήπως ήμουν κορόιδο που άφησα τόσο πουρμπουάρ στο σερβιτόρο το μεσημέρι;» > «κι αυτή η μάνα μου, στον ύπνο της μ’ έβλεπε και με πήρε μέσα στα χαράματα να μου πει ότι γιορτάζει ο θείος;;;» > «μην ξεχάσω να πάω στην Εφορία, θα το φάω το πρόστιμο στο τέλος» > «πάλι ξέχασα να πάρω τουμποφλό, κι ήμουν τόση ώρα στο σούπερμαρκετ» > «τι μουντρούχα φάτσα ήταν αυτή του Νίκου σήμερα; Αν δεν ήμουν εγώ εκεί να του φτιάξω το κέφι…» > «σημαντικό πράγμα η φιλία, με τίποτα δεν αντικαθίσταται» > «πόσους σταυρούς να βάλω στο ψηφοδέλτιο την Κυριακή;» > «δεν θα ξαναδώ ειδήσεις το βράδυ πριν κοιμηθώ, το αποφάσισα» > «άραγε θα παντρευτώ ποτέ ή θα με θάψουν στο ράφι μου που γίνεται και φέρετρο;»
Άλλη μία ιδιότητα των θεμάτων μιας νύχτας από κοντοσούβλι είναι ότι δεν έχουν συνήθως σταθερές και βέβαιες απαντήσεις / τοποθετήσεις. Αιωρούνται μεταξύ ενός ναι κι ενός όχι, μιας πλήρους σιγουριάς και μιας ασαφούς απροσδιοριστίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται τελικά ένα γαϊτανάκι ανησυχίας για ζητήματα που, χωρίς κοντοσούβλι, θα μπορούσαν και να διευθετηθούν με μία έστω προσωρινή λύση.
Κι επειδή το σώμα πάντοτε συμμετέχει σε τέτοιες διαδικασίες, ξυπνάς το πρωί και τα μάτια σου έχουν κάτι από τη «Νύχτα των ζωντανών νεκρών», διψάς σα φίδι, το δέρμα σου φτιάχνει ωραιότατη σόλα σε animal print ερβιέλα και στο στομάχι σου παίζεις τον «Μικρό Τυμπανιστή» (με τύμπανο το στομάχι σου).
Το ενδιαφέρον είναι ότι, παρά το γεγονός ότι έχεις αυτή την όψη, έχεις ταυτόχρονα και μία διαβολεμένη διάθεση να κάνεις τα πάντα: να ψωνίσεις-ποτίσεις-διαβάσεις-τηλεφωνήσεις-γράψεις-δουλέψεις-ρυθμίσεις-φας-πλύνεις-συγυρίσεις. Ωστόσο η διάθεση αυτή εξαντλείται συνήθως στις δυο πρώτες δραστηριότητες της υπομανιακής λίστας σου, καθώς το σώμα σου, αλίμονο, ΘΥΜΑΤΑΙ τη νυχτερινή ταλαιπωρία κι αρχίζει να στη θυμίζει κι εσένα.
Αποτέλεσμα;; Ζζζζζζζζζ χρρρρ ζζζζζζζζζζζζ…….»

6.10.06

ΑΣΤ(Ρ)ΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Αθροίζω:
10 λεπτά από το σπίτι μου μέχρι το ΤΕΒΕ Αμπελοκήπων
22,5 λεπτά μέχρι να παρκάρω στους Αμπελόκηπους (μεταξύ των οποίων 4΄ + 4΄ =8΄ σε αναμονή πίσω από φορτηγά τροφοδοσίας)
15 λεπτά αναμονή στη σχετική υπηρεσία του ΤΕΒΕ κατά τη διάρκεια της οποίας συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πάρει μαζί μου ένα χαρτί που χρειαζόταν
15 λεπτά από το ΤΕΒΕ πάλι στο σπίτι μου
20 λεπτά από το σπίτι μου στο ΤΕΒΕ ξανά (η κίνηση έχει αυξηθεί τώρα)
15 λεπτά να ξαναπαρκάρω στους Αμπελόκηπους (είναι σαν το Fear Factor αυτή η διαδικασία, απλώς χωρίς το κίνητρο των χιλιάδων ευρώ)
28 λεπτά αναμονή εκ νέου στη σχετική υπηρεσία του ΤΕΒΕ, στη διάρκεια των οποίων εξοικειώνεσαι κιόλας με τις ιδιαιτερότητες του υπαλλήλου που θα σε εξυπηρετήσει (κάθε υπάλληλος θέλει το Γερμανό του)
3 λεπτά η εξυπηρέτηση από τον, κατά τα άλλα ευγενή, υπάλληλο όπου σου εξηγεί, μέσα σε ένα σύννεφο καπνού (του δικού του) ότι κακώς περίμενες όλη αυτή την ώρα γιατί η δουλειά σου μπορεί και πρέπει να γίνει σε άλλη υπηρεσία - εκεί αισθάνεσαι ο απόλυτος Mister Bean που οι υπόλοιποι κακομούτσουνοι συν – ασφαλισμένοι δεν σου επέτρεψαν να «παρακάμψεις τη σειρά τους για να κάνεις απλώς μία ερώτηση, γιατί αν ήταν έτσι, ε όλοι μία ερώτηση θέλουν να κάνουν»
15 λεπτά από το ΤΕΒΕ στο γραφείο
13 λεπτά να παρκάρω στο γραφείο (εγώ θα ήμουν ο uber alles νικητής στο Fear Factor)
ΤΕΛΙΚΟ ΑΘΡΟΙΣΜΑ: περίπου 2,5 ώρες (!!!!!!) για τη δουλειά που ΔΕΝ έκανα (κατά το «η ζωή που ΔΕΝ έζησα»).

Υ.Γ. αν υπάρχει κανείς που διαβάζει αυτό το κείμενο και έχει αναπτύξει το σύστημα διακτινισμού (με αξιοπρεπή μοριακή επανασυγκόλληση, δηλαδή να θυμίζω κάτι από τη Ζιγκουάλα μετά), ας απαντήσει εδώ…