9.4.08

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΟΡΤΟ 3

28 – 3 – 2008
Μαθαίνω πολλά κι έχω την εντύπωση ότι κάποια στιγμή το κεφάλι μου θα εκραγεί και θα ξεπεταχτούν άτακτα οι περιττές πληροφορίες, για να μείνει χώρος για την πολύτιμη ουσία. Πρέπει να πάω στον ωκεανό.



28 – 3 – 2008 μεσημέρι
Σοκ και δέος. Ο Ατλαντικός μου κόβει την ανάσα. Συνδέομαι αμέσως με πανάρχαιες επιθυμίες εξερεύνησης. Η απεραντοσύνη μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Μαγεύομαι απ’ το μέγεθος των κυμάτων. Με τον αγαπημένο φίλο μου χαζεύουμε το βουητό αυτής της θάλασσας. Φαντάζομαι πως είμαστε δυο μικροί Μαγγελάνοι, με το πλοίο μας αρματωμένο, το πλήρωμά μας έτοιμο κι ετοιμαζόμαστε για ένα ταξίδι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Γιατί, απλά, όταν κοιτάζεις αυτό τον ωκεανό, δεν διακρίνεις τίποτα απέναντι, μόνο τον ορίζοντα που σε βεβαιώνει ότι ζεις σε μία στρογγυλή γη…
28 – 3 – 2008
Στο συνέδριο οι συζητήσεις έχουν ζωηρέψει, μετά τον ωκεανό πάω σε μία συνάντηση με θέμα “the erotic and the domestic”, τι άλλο να παρακολουθήσει κανείς όταν έχει δει όλο αυτό το νερό μπροστά του;; Η νοτιοαφρικάνα σύνεδρος μιλάει για τον έρωτα που έχει ο καθένας μας μέσα του, για τη ζωή, τη δημιουργία, το ταξίδι, τη χαρά. Έχουμε «φύγει» οι σύνεδροι… Εγώ συγκεκριμένα βρίσκομαι κάπου κοντά στο Πράσινο Ακρωτήρι και χαζεύω τις φάλαινες από την παραλία όπου κάνω τις πρωινές αναζωογονητικές μου ασκήσεις. Διότι σε λίγο θα συναντηθούμε με τον (εναλλακτικό αρχιτέκτονα και πατέρα των παιδιών μου) σύντροφό μου για να πάμε εκδρομή σε ένα χωριό παραδίπλα, οι δυο μας, για weekend…
29 - 3- 2008
Τελευταία μέρα, το συνέδριο τελειώνει, η μικρή διεθνής παρέα μου αποχαιρετιέται, πώς γίνεται να νιώθεις ξαφνικά τόσο κοντινός με ανθρώπους που ζουν χιλιόμετρα μακριά, μου το εξηγείς σε παρακαλώ; Και γιατί οι άνθρωποι που κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και συν-τρώγουν συνδέονται τελικά με ιδιαίτερους δεσμούς, κάπως πιο «οριστικούς»;
Δεν ξέρω. Εκείνο που καταλαβαίνω τώρα είναι ότι τα πιο ουσιαστικά τα λέγαμε πάντα πάνω από ένα πιάτο μπακαλιάρο. Κι όσα έμαθα γι’ αυτούς τους ανθρώπους, σφραγίστηκαν μ’ ένα κομμάτι κατσικίσιο τυρί. Κι ότι ανταλλάξαμε, πέρασε μέσα από τις συνάψεις μας ταξιδεύοντας πάνω σε ρυάκια από κρασί.
30 – 3 – 2008
Ξανά μανά Ελ Βενιζέλ. Μάταια ψάχνω να κάνω ψιλά για να πάρω ταξί. Στην Πορτογαλία δεν θα συνέβαινε αυτό, γκρρρ…
Και για να πάρεις ένα καρότσι για τις αποσκευές σου, πρέπει να δώσεις ένα ευρώ, γκρρρ…
Και οι άνθρωποι εδώ είναι συνεχώς εκνευρισμένοι, κι ένας εσπρέσο κάνει δυόμισι ευρώ, και κανείς ποτέ δεν σου χαμογελάει, και φταίω εγώ τώρα που θέλω να γυρίσω γρήγορα πίσω, εε;;;

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΟΡΤΟ 2

26 – 3 – 2008
Ο μεσημεριανός ήλιος και το αεράκι μ’ έχουν καθηλώσει σε μία πλατεία, Praca de Carlos Alberto, γύρω μου κτίρια που αφηγούνται τη δική τους ιστορία κι εγώ, εκστατική, την αφουγκράζομαι.


26 – 3 – 2008 απόγευμα
Αρκετά με τους χάρτες. Μ’ έναν αγαπημένο πια φίλο, μπαίνουμε στην περιπέτεια μιας πολύωρης περιπλάνησης. Πορτογαλία, Πόρτο, πορτοκάλι, πορτ, λιμάνι, κρασί, πόρτα, άνοιγμα, ανάσα. Πλακόστρωτα σοκάκια, γλυκείς άνθρωποι, τρυφερά βλέμματα, μια ήσυχη βιωμένη μελαγχολία ακουμπάει απαλά στα κτίρια κι ύστερα γλυστράει στις λέξεις: obrigado, adeus, boa tarde. Χωνόμαστε σ’ ένα απ’ τα πολυάριθμα μικρά ταβερνάκια και απολαμβάνουμε ψάρι και σαλάτα, πάνω σε υφασμάτινο τραπεζομάντηλο, πίνουμε λευκό ντόπιο κρασί και γαληνεύουμε. Ο ταβερνιάρης χαμογελάει κι η συνεννόηση κυλάει αβίαστα κι ας μην μίλησε ποτέ κανείς την ίδια γλώσσα.

27 – 3 – 2008
Στο συνέδριο κατάλαβα γιατί του δόθηκε το όνομα «transformation and globalization». Στη δεξίωση υποδοχής, μάτια απ’ την Ιαπωνία, στόματα απ’ τη Βραζιλία, παπούτσια απ’ τον Καναδά, φούστες απ’ την Κορέα, μαλλιά απ’ τη Νότιο Αφρική μαζεύτηκαν γύρω από κάτι σολομένια καναπεδάκια σ’ ένα παράξενο πολύχρωμο ομοτράπεζο.

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΟΡΤΟ 1

25 – 3 – 2008
Βρίσκομαι σ’ ένα λεωφορείο Χ95 ακορντεονούχο, που τρέχει με την ταχύτητα του φωτός στη λεωφόρο-της-Μεσόγειας-λακούβας, με κατεύθυνση το Ελ Βενιζέλ. Νομίζω ότι σε λίγο θα εξαϋλωθούμε μέσα σε μία χλαπαταγή μετάλλων καθώς το μισό λεωφορείο θα αποχαιρετάει το άλλο μισό, και όσοι κάθονται στο μεσαίο κομμάτι θα υπερίπτανται σαν ιπτάμενος δίσκος τυλιγμένος σε ένα αφύσικο ακορντεόν.
Ίδια μέρα, αργότερα
Η Φρανκφούρτη από δω και πέρα θα έχει, μέσα στο μυαλό μου, τη γεύση Tsakiris chips, τα απλά, χωρίς ρίγανη, συνδυασμένα με κλασική Toblerone γάλακτος. Μασουλώντας μία φρεσκότατη κατακίτρινη πατάτα, το βλέμμα μου πέφτει σε μία κουρασμένη μαμά που χει αγκαλιάσει το μικρό της, πού να’ σαι τώρα μαμά μου να δώσεις και σε μένα μία αγκαλιά, στην κόρη σου που ξενιτεύεται στις Πορτογαλίες;


Ίδια μέρα, νωρίτερα, γιατί η ώρα πάει προς τα πίσω
Όταν πρόκειται να ταξιδέψω στο εξωτερικό κάπου για πρώτη φορά, μου αρέσει πολύ να αποτυπώνω στο μυαλό μου από πριν ένα σκαρίφημα του χάρτη των πιθανών διαδρομών. Έχω μία διάθεση να συγκρατήσω τα χαρακτηριστικά του ολοκαίνουριου τόπου έτσι όπως όταν σου λένε ότι πρόκειται να γνωρίσεις κάποιον που λέγεται έτσι, μιλάει αυτή τη γλώσσα και έχει αυτό το χρώμα μάτια.
Το βρήκα γρήγορα λοιπόν: Hotel Malaposta, το δωμάτιο «έχει μάτια» στις στέγες του κεντρικού Πόρτο και μου «μιλάει», ήσυχα και τρυφερά, λέξεις Πορτογαλικές.

14.1.08

NEW YEAR'S RESOLUTIONS


Τους κοιτάζω που μπαίνουν στην ταβέρνα. Δύο ζευγάρια, 35 και κάτι, με ένα τρίχρονο παιδί το καθένα, κορίτσι κι αγόρι. Κατευθύνονται σε ένα τραπέζι δίπλα μου. Εγώ μόνη, σε Σαββατιάτικη μεσημεριανή σιέστα, πίνω ένα ποτήρι κρασί. Κοιταζόμαστε. Τους λείπει μία καρέκλα, μου ζητούν αν μπορώ να τους δώσω μία από τις τρεις δικές μου, «βεβαίως», λέω, και ταυτόχρονα αναρωτιέμαι γιατί τη ζητούν από εμένα όταν υπάρχουν τόσα άδεια τραπέζια γύρω τους. Ίσως σκέφτονται ότι εγώ θα παραμείνω μόνη μου, τι να τις θέλω άλλες τρεις καρέκλες; Αλλάζουμε ξανά βλέμματα. Νιώθω τις σιωπηλές εκατέρωθεν αξιολογήσεις να αιωρούνται στον ενδιάμεσό μας χώρο. Δεν ξέρω τι βλέπουν αυτοί. Εγώ βλέπω νωθρά διεκπεραιωτικά χαμόγελα. Σαν να έχουν έρθει να κάνουν ό,τι και κάθε Σάββατο ή Κυριακή, να βγουν με τους φίλους τους να φάνε, μαζί με τα παιδιά. Μπορεί και να τους αρέσει αυτό, να περνάνε καλά, δεν ξέρω.
Οι άντρες της παρέας είναι κυρίως σιωπηλοί, θαρρείς και κάποιος ή κάτι (μια παλιά εντολή που υπηρετούν; μια επιθυμία άλλου που μπέρδεψαν για δικιά τους;) τους έχει σύρει εδώ. Πίνουν, είναι οι μόνοι που πίνουν, ίσως πίνουν τα λόγια που δεν αρθρώνουν, τα άρρητα μεταμορφώνονται σε διαδοχικά ποτήρια μπύρας, όσο μπύρα τόσο σιωπή.
Οι γυναίκες βυθίζονται σιγά σιγά σε ένα διάλογο μεταξύ τους, χειρονομίες και εκφράσεις προσώπων που πηγαινοέρχονται στη μικρή αποκλειστική τους δυάδα. Τα μικρά μιλάνε κι αυτά μεταξύ τους, πολύ φωναχτά, το αγόρι λέει «εγώ θα πάρω πέντε χιλιάδες εκατομμύρια» και το κορίτσι απαντάει «όχι, εγώ θα πάρω περισσότερα, και θα μου τα δώσει ο μπαμπάς μου!» Στιγμιαία τα ζευγάρια γελάνε, ξανάγιναν ζευγάρια, τα παιδιά γεφύρωσαν για λίγο τα κενά, είναι πολύ χαριτωμένα, πώς να μη γελάσεις, δεν τα καταφέρνουν για πολύ, η προηγούμενη ατμόσφαιρα επανέρχεται, οι τρύπες χάσκουν, τα παϊδάκια μου έρχονται, πέφτω πάνω τους λίγο λαίμαργα, αυτό είναι που εννοώ όταν λέω ότι θέλω να κάνω οικογένεια;; Ο μικρός λες και ανιχνεύει τις σκέψεις μου, σηκώνεται ξαφνικά από την καρέκλα του και τρέχει να κρυφτεί κάτω από ένα διπλανό τραπέζι κραδαίνοντας στο χέρι του ένα καλογλυμμένο αρνίσιο κεφαλάκι! Με λοξοκοιτάζει κάτω από ένα ποδάρι καρέκλας, με κοροϊδεύει που μασουλάω, δεν μπορώ να μην χαμογελάσω σ αυτό το πανέξυπνο μουτράκι. Λίγο μετά βγαίνει από το «γκαράζ» και σκαρφαλώνει στο πουλόβερ του πατέρα του λέγοντάς του «ωραία μυρίζει η κουβέρτα που φόρεσες σήμερα μπαμπά!».
Συνειδητοποιώ πόση χαρά έχει προοριστεί να προσφέρει τα επόμενα 80 ή 90 χρόνια ζωής του σ’ αυτούς τους homini skythropi που θα συναναστρέφεται ως κηδεμόνες του. Όλοι γελούν με τα σκέρτσα και τη σπιρτάδα του, πλην ο πατέρας του του πετάει κι ένα «θα λογαριαστούμε στο σπίτι για τη φασαρία που κάνεις, έχεις να φας πολύ ξύλο». Αυτό με πονάει και μόνο που το ακούω. Να μιλήσω ή να μασήσω παϊδάκι; Χαμογελάω πλατιά σε παιδί και πατέρα, «είναι εξαιρετικός ο γιος σας» του λέω με την κρυφή ελπίδα να τον γλυτώσω από κάποιες έστω ξυλιές.
Επιστρέφω στα παϊδάκια μου, πίνω την τελευταία μου γουλιά κρασί. Έξω σουρουπώνει, τα ζευγάρια πληρώνουν, οι άντρες φεύγουν μαζί με τα παιδιά, οι γυναίκες μένουν εκεί να σιγοψιθυρίζουν, καπνίζουν τα τσιγάρα μιας κληρονομημένης; μοναξιάς που ποτέ δεν τελειώνει κι ας συντροφεύεται.
Όχι, δεν θα πάρω, ευχαριστώ.

19.12.07

ΜΑΘΗΜΑ ΧΟΡΟΥ (και όχι μόνο...)


Η μουσική αρχίζει να παίζει. Astor Piazzolla, Liber Tango. Τη νιώθω να με διαπερνά σιγά σιγά, ο ρυθμός ακουμπάει το σώμα μου, αρχίζω να λικνίζομαι κοιτάζοντάς τον στα μάτια και στους γοφούς. Κάνει το πρώτο αποφασιστικό βήμα μπροστά κι εγώ ταυτόχρονα βαδίζω προς τα πίσω, σε μια κίνηση που αιωρείται ανάμεσα στο «υποχωρώ» και στο «αποφεύγω-για-να-τον-βάλω-να-με-κυνηγήσει-ξανά». Νιώθω την πίεσή του στα χέρια μου, γέρνω λίγο προς τα μπροστά, τόσο όσο, τον αφήνω να μπει στο τρίγωνο κενό ανάμεσά μας αλλά πρέπει και να τον εμποδίσω, όχι άλλο όμως, μέχρι εκεί, για να συνεχίσει ο χορός. Εκείνος επιμένει να βηματίζει μπροστά, τι παράξενο που είναι εγώ να πηγαίνω προς τα πίσω αλλά κι οι δυο να προχωράμε μπροστά, οι παλάμες του είναι κάπως ιδρωμένες, ξαφνικά κάνει ένα μεγαλύτερο βήμα, χάνω την ισορροπία μου, πέφτω πάνω του, πατιόμαστε, πάει λίγο πίσω, γέρνω ξανά μπροστά, τώρα ξέρω ότι πρέπει να κρατάω το κέντρο βάρους μου καθώς αυτός με οδηγεί, δεν είναι να τον ακολουθώ μόνο, χρειάζεται να στηρίζομαι και στα πόδια μου, γιατί κι αυτός μαθαίνει, κι αυτός το χάνει κάποτε κάποτε, πρώτη φορά χορεύουμε μαζί εξάλλου, σάμπως έχω ξαναβηματίσει έτσι με κάποιον; Αλλά να, κοίτα τώρα, το βρίσκουμε, ξαφνικά κάνουμε όλο και περισσότερα βήματα, τι ωραία που είναι, σαν να χαιρόμαστε ο καθένας ξεχωριστά κι οι δυο για τον κοινό μας χορό, που γίνεται σιγά σιγά όλο και πιο περίπλοκος, τα βήματα σταυρώνουν και μπλέκονται, το χάνουμε και το ξαναβρίσκουμε, το χάνουμε και το ξαναβρίσκουμε, ένα-δύο-τρία, ένα-δύο-τρία…

18.10.07

ΤΙ ΕΙΔΑ / ΑΚΟΥΣΑ / ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΗΝΑ

· Είδα έναν εξηντάρη με πανάκριβο μαύρο γυαλιστερό τζιπ στη Μεσογείων να ετοιμάζεται να πέσει με ταχύτητα πάνω σε ένα γυφτάκι που οδηγούσε ποδήλατο με το μωρό αδερφάκι του στη σέλα κι επιτόπου να φρενάρει, να βγαίνει έξαλλος από την τζιπούρα και να κάνει τον μικρό μαύρο στο ξύλο! Ήμασταν πολλοί ευτυχώς που ευαισθητοποιηθήκαμε, και δυο οι πιο γενναίοι που βούτηξαν τον τύπο για να προστατέψουν το παιδί. Τώρα τι να σχολιάσω επ’ αυτού του περιστατικού;;
· Άκουσα τον κύριο Κ., ιδιοκτήτη του αναψυκτηρίου όπου πίνω κάτι πρωινούς κλεφτούς καφέδες (ο οποίος επιδίδεται στη λαϊκή σοφία, το αχαλίνωτο σεξ –λέει- και τη μπυροποσία με την τσίμπλα στο μάτι) ότι έχω, λέει, «στοχαστικό βάθος οφθαλμών». Φόρεσα αμέσως τα γυαλιά ηλίου – πού το είδε; Πώς το σκέφτηκε; Πώς μοιάζω;; ΚΑΙ στοχαστικό ΚΑΙ βάθος, οέο;;
· Είδα ξεμανίκωτους και ξεκάλτσωτους Σκωτσέζους στη Γλασκώβη να καπνίζουν έξω από τις παμπ σε θερμοκρασία 10 βαθμών Κελσίου μέσα στη μαύρη νύχτα και είχα δύο αντανακλαστικές αντιδράσεις: αφενός μου ρθε να τους πω «βρε παιδιά, δεν έρχεστε ένα ταξιδάκι στην Ελλάδα, εμείς ακόμα καπνίζουμε και μέσα…» αφετέρου να τους δώσω κάτι από τη χειμερινή δική μου εξάρτυση, ένα κασκολάκι, την καμπαρντίνα μου, κάτι. Μου είπε όμως μετά η Ρ. (κι είχε δίκιο μάλλον) ότι το γλασκωβίτικο νιάτο γδύνεται στο «δροσερό» δεκάρι για να αναδείξει τη σεξουαλικότητά του, την οποία οσονούπω θα καταχωνιάσει στα μάλλινα και τα αδιάβροχα, μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω από το μηδέν. Σωστό κι αυτό.
· Άκουσα τη φιλενάδα μου τη Ν. να εκστομίζει την καλύτερη ατάκα του μήνα: «Μη μου δίνετε να πιω άλλο απόψε! Εγώ όταν πίνω, κάνω παιδιά». Τόσο απλά.
· Κατάλαβα ότι υπάρχουν μερικές φορές στη ζωή που κάνεις κάτι και σου είναι αδύνατο να το ερμηνεύσεις, να βάλεις μία λογική σε αυτό. Οπότε απλώς το κάνεις και περιμένεις ήσυχα ήσυχα εκείνη την επιφοίτηση που θα σου επιτρέψει να το τοποθετήσεις στη σφαίρα του κατανοητού. Αν και όποτε. Διότι, κατά το άσμα, υπάρχουν και τα λεγόμενα momentary lapses of the reason.
· Άκουσα την Κ. να λέει κάτι πολύ ενδιαφέρον και το μεταγράφω: «το να εκτίθεσαι, η έκθεση, για μερικούς ανθρώπους, είναι συχνά συνώνυμο της έκπτωσης». Καλά τα λέει. Ειδικά αν είσαι σε κάποια θέση εξουσίας, τότε όταν εκ-τίθεσαι (βγαίνεις από τη θέση σου) ισοδυναμεί με το να εκ-πίπτεις (να πέφτεις). Διότι στεκόσουν ή νόμιζες ότι στεκόσουν, ψηλότερα. Ενώ θα μπορούσες απλώς να μετα-τίθεσαι, για να δεις κι από άλλη θέση τον κόσμο. Λέμε τώρα.
· Επί του θέματος των απειράριθμων γκρι σκίουρων που απειλούν την επιβίωση των αντίστοιχων ολιγόριθμων κόκκινων στη Γλασκώβη και άρα, έλεγε ο εκφωνητής, την ισορροπία του οικοσυστήματος: άκουσα τη Ρ. που είναι βιολόγος να λέει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται για να αποκατασταθεί η ισορροπία στο οικοσύστημα έχουν πιθανώς στηριχτεί σε λάθος σκεπτικό. Το οικοσύστημα ΗΔΗ βρίσκεται σε ανισορροπία για λόγους που προηγήθηκαν μάλλον, οπότε τα μέτρα αντιμετώπισης απλώς θα επιφέρουν ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ανισορροπία. Όλο αυτό μου φάνηκε ενδιαφέρουσα μεταφορά για τα ανθρώπινα πράγματα: πας να γιατρέψεις κάτι, να το βελτιώσεις, με τρόπο που το χειροτερεύει τελικά…
· Κατάλαβα ότι ακόμα κι οι έννοιες «πρωί», «ψιλοβρέχει», «νωρίς» χωράνε ΠΟΛΛΗ προσωπική ερμηνεία! Φερ’ ειπείν, είπα εγώ: «τι ωραία να τρως ρεβυθάδα πρωί πρωί» κι η ώρα ήταν 12.30 κι είδα μία σειρά από ζευγάρια μάτια να με κοιτούν με «στοχαστικό βάθος οφθαλμών»…
· Κατάλαβα ότι τους αποχωρισμούς τους ζεις πιο καλά όταν έχεις την ευκαιρία να τους βάζεις σε λόγια ΜΑΖΙ με τον άλλο κι όταν έχεις την ακόμα μεγαλύτερη πολυτέλεια να ακούς από τον άλλο ότι θα του λείψεις πολύ.
· Επίσης κατάλαβα ότι μεγαλώνω.

16.9.07

ΤΑ ... ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΑ (posts) Νο 3

The Symi Experience

Καλοκαίρι 2007. Πρώτος προορισμός για φέτος: Σύμη. Προσδοκίες: πολλές, παραπάνω από όσες έπρεπε, ως συνήθως. Μέσα μεταφοράς: όλα. Πρώτα λεωφορείο στο Ελ Βενιζέλ. Μετά αεροπλάνο, καθίσματα στριμόκωλα, είμαι κοντή ευτυχώς. Παρηγορώ κι έναν ψηλό ηλικιωμένο κύριο δίπλα μου, που έχει διπλωθεί στα τέσσερα: «φτάνουμε σε λίγο, μην ανησυχείτε», την απάντηση δεν την άκουσα, είχε πνιγεί ανάμεσα στα γόνατά του. Μετά λεωφορείο από το αεροδρόμιο της Ρόδου προς το λιμάνι. Μετά με το πόδι μέχρι το σωστό σημείο που φεύγουν τα πλεούμενα για Σύμη. Μετά με το σχετικό καταμαράν: δεν σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στους βρώμικους μπεζ καναπέδες, συρρικνώνομαι σε μια γωνιά, όλο τον υπόλοιπο καναπέ τον πιάνει μια χαρούμενη γαλλική οικογένεια, το 3χρονο κάθεται στα γόνατα της μαμάς του και την κατουράει, αυτή με κοιτάζει με ένα χαμόγελο σχεδόν περήφανο, «κοίτα το να δεις τι κάνει το άτιμο!».
Φτάνω επιτέλους στο νησί, είναι πανέμορφο το λιμάνι, βρίσκω τον κύριο Καλοδούκας-Holidays τελεία gr που θα με οδηγήσει στο δωμάτιό μου. Αφήνει εμένα και το νεαρό βοηθό του σε κάτι χώματα, αρχίζουμε την κατάβαση του Χωριού με τον μικρό, η αγωνία μου αρχίζει, «πού θα σταματήσουμε άραγε;;» και σταματάμε κάποτε. Με αφήνει σε ένα άθλιο ισόγειο δωμάτιο ενός υποτιθέμενου νεοκλασικού, με παράθυρα και πόρτα εντελώς φθαρμένα, μπαίνω μέσα, νιώθω ένα ρεύμα αέρος, στον αριστερό μου τοίχο υπάρχει μία τεράστια ΤΡΥΠΑ (!!) γύρω στο ενάμιση μέτρο μήκος, κι απέξω της μία σίτα. Ο χώρος μυρίζει υγρασία, είναι βρώμικος, δεν υπάρχει σαπούνι ή χαρτί υγείας, οι βρύσες στάζουν, το κουζινάκι δεν λειτουργεί, το εγκεφαλικό είναι κοντά.
Ξανά με τα πόδια κάτω, στην κυρία αυτή τη φορά Καλοδούκα - Holidays.gr, έξαλλη. Η αντιμετώπιση απαράδεκτη στην αρχή – κόντεψα να πιστέψω ότι είχα εγώ το πρόβλημα. Η κυρία επιστρατεύει απίστευτα επιχειρήματα, θέλω απλώς να τη χαστουκίσω, αν μπορούσα θα το έκανα – «αυτό είναι ένα από τα χειρότερά μας δωμάτια» μου λέει κατάμουτρα!! Ψάχνει ολούθε για ένα άλλο δωμάτιο- τίποτα, είναι η χειρότερη στιγμή όλου του χρόνου, πρέπει να μείνω στη Hamokela.gr, με βελτιώσεις.
Οι βελτιώσεις: το δωμάτιο καθαρίζεται εν ριπή οφθαλμού, νέα ονόματα στο προσκήνιο, την καθαρίστρια τη λένε Τρυφώνα, το βράδυ μου λένε θα σου φτιάξουμε και την τρύπα με μια κάσα. Νιώθω λίγο σαν μελλοθάνατη. Πράγματι το βράδυ έρχονται και δυο συμιακοί μάστορες, μιλάνε γρήγορα μεταξύ τους την τοπική διάλεκτο, δεν καταλαβαίνω Χριστό, τσάκα τσάκα βάζουν στην τρύπα μια κάσα παραθύρου, ΧΩΡΙΣ τζάμι, τα πέτρινα σκαλιά έξω από το σπίτι γεμίζουν με εκείνο τον παράξενο αφρό σιλικόνης, μπλε και άσπρες σιλικονένιες φουσκάλες ανεμίζουν γύρω από την πόρτα μου καθώς ακούγεται στο βάθος ο Βαγγέλης Γερμανός να τραγουδάει «Στη μπανιέρα δυο δυο».
Γρήγορα ανακαλύπτω ότι για τις ωραιότερες θάλασσες θα παίρνω καΐκι, νάιν γιούρος μου εξηγεί η καΐκτζού (γυναίκες έχουν το ταμείο εκεί) σε άπταιστα αγγλικά, ΟΧΙ, δεν είναι ότι μοιάζω με αγγλίδα, είναι ότι η επίσημη γλώσσα της Σύμης είναι μάλλον τα αγγλικά. Η εφημερίδα του νησιού εκδίδεται από Άγγλους, λέγεται «The Symi Visitor» κι έχει ένθετο μέσα με τίτλο «Ο Συμιακός κάτοικος». Νιώθω ήδη πολύ παράξενα. Προσπαθώντας να απωθήσω το πακέτο του δωματίου, με πραγματική διάθεση να περάσω όσο γίνεται καλύτερα, παίρνω το καΐκι για την παραλία της Νανούς. Αποβιβαζόμαστε τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι που λέει ο λόγος, τρέχω με τις καινούριες μου σαγιονάρες πάνω στις κροκάλες να βρω μια ομπρέλα, μου πέφτει η φωτογραφική, μοιάζω με καρικατούρα πρωτευουσιάνας που την πέταξαν σε reality επιβίωσης. Μπαστακώνομαι τελικά σ’ ένα τραπέζι της μιας και μοναδικής ταβέρνας, γύρω μου άπειρες σφήκες, «μην ανησυχείς, αν δεν φας θαλασσινά δεν έχεις ανάγκη» μου λέει ο ταβερνιάρης, που έχει παντού στα χέρια του τσιμπήματα σφήκας, μάλλον ήταν κάποτε τσιπούρα κι ο ίδιος.
Σταδιακά εγκλιματίζομαι. Παίρνω απόφαση ότι όσο αντιστέκομαι στην πραγματικότητα, αυτή άλλο τόσο θα μου δείχνει το χειρότερό της πρόσωπο, σαν κακιασμένη επιθετική σφήκα. Κι έτσι αφήνομαι σιγά σιγά στα πράγματα να με οδηγήσουν. Έρχονται δυο κοπέλες στο πάνω δωμάτιο, κάνουμε τρελή πλάκα, αρχίζουν να με καλημερίζουν οι γείτονες, αγοράζω μπρικάκι, στολίζω τη χαμοκέλα με μπουκαμβίλιες κι ανάβω κεριά, πάω και σ’ άλλες παραλίες, κάνουμε με τα κορίτσια το γύρο του νησιού με το καΐκι, θέρτιφάιβ γιούρος έκαστη, δεν βαριέσαι, είχε και μπάρμπεκιου και μπάνιο στο Δυσάλωνα, ίσως από τα ωραιότερα νερά που έχω κολυμπήσει ποτέ.
Η ατμόσφαιρα στο Γιαλό ανήκει σε άλλη δεκαετία, είμαστε στα ΄80, στον «Αχινό» συχνάζουν καμάκια με μαλλί λασπωτήρα και τσίμπλα στο μάτι, υπάρχουν «καφετερίες», «greek souvlaki and tzatziki», μαγαζιά με κοσμήματα παρωχημένων εποχών, ο κόσμος που κυκλοφορεί είναι απίθανα ετερόκλητος, πάγκοι με πανάκριβα σφουγγάρια και χρωματιστά κοχύλια σου τραβούν το μάτι, υπάρχει μια διάχυτη μυρωδιά μπαχαρικών, βόθρου και πιτόγυρου, ΠΟΎ ΕΙΜΑΙ;;
Το Χωριό πάλι στέκει πανέμορφο, με τα νεοκλασικά του που πρόσφατα ανακαινίζονται, κυρίως όμως από τους ξένους. Η υποδομή λιγοστή, δεν βρίσκω ούτε ένα ωραίο καφέ να πιω ένα αξιοπρεπές πρωινό και να κοιτάζω τη μαγική θέα, το παραδοσιακό πανηγύρι της παναγιάς Αλεθηνής γιορτάζεται με εκκωφαντικούς ενισχυτές, σκυλάδικα και σουβλάκι στη σχάρα, οι Συμιακές φορούν πολλά χρυσαφικά, πολύχρωμα φορέματα και συχνάζουν κυρίως στο παράπλευρο ομώνυμο club, ξεχωρίζει με διαφορά το πανέμορφο καφέ - μπαρ «Η Καλή Στράτα» που σε αποζημιώνει για τα 280 σκαλιά που ανέβηκες νυχτιάτικα.
Αποχαιρετώντας τη Σύμη αναρωτιέμαι για την ταυτότητά της. Και για τη δική μου. Ποια είμαι τελικά; Τι θέλω; Και πού πάω;
Στο αεροπλάνο του γυρισμού κάθεται δίπλα μου ένας πολύ γοητευτικός άντρας. Στην κουβέντα προκύπτει ότι ήταν και πολύ παντρεμένος. Λίγο μετά ακουμπάω τις πατούσες μου στο έδαφος και καταλαβαίνω τι μου ψιθύρισε, ή ίσως, ούρλιαξε με όλη της τη δύναμη, τούτη η περιπλάνηση στο Αιγαίο: η πραγματικότητα έχει πολλά πρόσωπα, να είσαι ανοιχτή να τα βλέπεις όλα.

ATHENS DESTROYED για τα καλά...

Σχόλια / στιγμιότυπα από την πρώτη επίσκεψη στην 1η Αθηναϊκή Μπιεννάλε (θ’ ακολουθήσει κι άλλη, γιατί τα φτύσαμε νωρίς)

· Αυτή η έκθεση είναι η χαρά του video artist. Βίντεο εδώ, βίντεο εκεί, βίντεο και παραπέρα. «Δεν ήξερα ότι θα ερχόμουν να δω τηλεόραση!» διαμαρτυρήθηκε η Β. Δεν είχε κι άδικο. Ήταν πάρα πολύ κουραστικό να παρακολουθείς μισάωρα ή εικοσάλεπτα βίντεο, το ένα μετά το άλλο. Ωστόσο μερικά ήταν πολύ καλά. Ξεχώρισα εκείνο της Ε. Στεφανή με θέμα την Ακρόπολη – είχα την αίσθηση ότι προτείνει νέες μεταφορές για το μνημείο, ίσως τις μεταφορές που θα «έπρεπε» να έχει στο μυαλό και τις συνειδήσεις μας, αντί για τα ποικίλα «ιδεολογήματα» (όπως λέει κι η καλλιτέχνις) που έχουν προβληθεί κατά καιρούς στην εικόνα της.
· Κατέληξα ότι η σύγχρονη τέχνη θέλει εξασκημένο μάτι και άνοιγμα στο καινούριο. Αλλιώς σε πιάνει μία τρελή νοσταλγία για τα κορνιζαρισμένα κεντήματα της γιαγιάς σου στο σπίτι σας στο χωριό και θες απεγνωσμένα να δεις ξανά τα ναΐφ πορτρέτα των ζωγράφων του δρόμου. Τόσο μπορεί να μην αντέξεις. Εγώ πάλι, παρασυρμένη από όλη αυτή τη νεωτερικότητα, προχώρησα ακάθεκτη στη χρήση ενός καναπέ - έργου, πάνω στον οποίο απλώς κάθισα, αγνοώντας τα διακριτικά νεύματα από μακριά της Β., τύπου "Κοίτα με πιο προσεκτικά- γιατί εγώ ΔΕΝ έκατσα στον καναπέ;;"
· Αν ένας από τους στόχους της έκθεσης ήταν να έρθει κανείς αντιμέτωπος με δύσκολα συναισθήματα, τότε τον πέτυχε απολύτως. Όλη η έκθεση (με μικρές εξαιρέσεις εδώ κι εκεί) αποπνέει ένα θυμό, μια στενοχώρια και μια ματαίωση. Άνθρωποι- εκτρώματα με κομμένα τα γεννητικά όργανα, ανδρόγυνες φιγούρες με τρίχες και στήθος ταυτόχρονα, ρετάλια-προτάσεις για μια νέα ελληνική γλυπτική, αναστοχασμοί για τον καλύτερο τρόπο να αυτοκτονήσει κανείς, μα τόσο δύσκολα είναι όλα πια; Δε λέω, κάποια έργα με σόκαραν, άλλα με προβλημάτισαν, ορισμένα ήταν πολύ ευφάνταστα, είναι πια μια τέχνη πολύ πιο κοντά στην πραγματική ζωή, στη βιωμένη από εμάς ιστορία. Δεν ένιωσα όμως και να «λυτρώνομαι» με όλες αυτές τις αναφορές στο αρνητικό, μετά ήθελα επειγόντως ένα ποτήρι κρασί και μια ωραία μουσική να με συνεφέρει. Δηλαδή αν είμαστε σ’ επαφή με την ελπίδα, αυτό σημαίνει ότι ακυρώνουμε τις ρήξεις, ότι δεν αντιμετωπίζουμε τα αδιέξοδα;;
· Σε μερικά έργα ήταν απολύτως αναγκαίο να διαβάσεις τους τίτλους που τα συνόδευαν για να παρακολουθήσεις έστω και λίγο τι είναι εκείνο που θέλουν να μεταφέρουν. Εγώ πάλι θα ήθελα να μπορώ να εισπράττω εκείνο που μου μεταφέρει ένα έργο, χωρίς να διαβάσω τον τίτλο του (εκτός και αν ο λόγος είναι μέρος του ίδιου του έργου). Θα μου πεις, μεγάλη συζήτηση ανοίγουμε τώρα – μια φορά εγώ προτιμώ να είμαι μόνη με το έργο, χωρίς διαμεσολαβήσεις της τρέχουσας γλώσσας, μήπως και αφουγκραστώ τη δική του γλώσσα.
· Όταν βγήκαμε από τους δαιδάλους της έκθεσης, όλο το γύρω τοπίο είχε μέσα μου μεταμορφωθεί σε μια τεράστια εγκατάσταση. Άρχισα να βλέπω τους ανθρώπους στο δρόμο σαν πιθανούς ήρωες μιας βίντεο περφόρμανς. Σε μια σκηνή, εγώ κι η Β., κορίτσια της πολύβουης πόλης, μοναχικές και σπάνιες, με φόντο ένα μισογκρεμισμένο πάρκινγκ με πινγκουίνους - γκράφιτι, πίνουμε κρασί, αναρωτιόμαστε πώς μπορεί ένα φυστίκι Αιγίνης να έχει μέσα του ένα στραγάλι και κάνουμε σχέδια για το μέλλον, υπό τους ήχους ενός ολότελα βραζιλιάνικου Σεπτεμβρίου.


26.7.07

ΤΑ ... ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΑ (posts) Νο 2

ΙΔΡΩΜΕΝΟΙ ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΚΟΠΗΚΕ ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΥΣΩΝΑ
(του Ιουνίου, αλλά απ' ότι φαίνεται, έτσι θα βγάλουμε το καλοκαίρι...)

Περίεργη που είναι αυτή η ζέστη! Σε βγάζει τελείως από τους καλοκουρδισμένους αστικούς ρυθμούς σου. Σε βάζει να σκέφτεσαι θάλασσες και αρμυρίκια καθώς ιδρωκοπάς στο γραφείο. Σου φτιάχνει μια οικειότητα με τη λέξη "τροπικό". Σε βάζει να αναρωτηθείς τις αρχέγονες συγγένειες με τους έγχρωμους συμπολίτες σου. Μια διακοπή ρεύματος απ' τη ζέστη σου ανατρέπει όλα τα σύγχρονα πολιτιστικά σου αυτονόητα: δεν μπορείς να μείνεις στιγμή σε κλειστό χώρο, δεν μπορείς να κάνεις chat στον υπολογιστή σου, κινδυνεύεις να τρακάρεις στις διασταυρώσεις, το υπέροχο chocolate cream cookie banana cheese cake παγωτό σου γίνεται μία άμορφη πλαδαρή μάζα.
Pas mal. Pas mal.

18.7.07

ΤΑ ... ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΑ (posts) Νο 1

Να πω για ένα ταξίδι στην Αιθιοπία που μου κόστισε μόλις 8 ευρώ; (το concept του ταξιδιού ανήκει στη Β. όμως)


Ήταν το πιο σουρεαλιστικό πάρτυ που έχω βρεθεί ποτέ. Τόπος: Axum, Αιθιοπικό εστιατόριο στη Δροσοπούλου Guest DJs: Muzak
- Ο χώρος αιθιοπικός μεν, προσαρμοσμένος στην ατμόσφαιρα τυπικής ελληνικής οικογενειακής ταβέρνας των 80s δε, μόνο που ο κλασικός μεθύστακας της κορνίζας είχε ντυθεί με κάτι δέρματα παράξενων ζώων (πράγμα το οποίο μπορούσε να σε φέρει και κοντά με το άλλο φύλο, "τι ζώο λες να είναι αυτό;", "κατσίκες μάλλον, έχουν πολλές κατσίκες στην Αιθιοπία", "μα, αν είχαν κατσίκες δεν θα πεινούσαν τόσο", κ.ο.κ.)
- Οι Αιθίοπες το ζεϊμπέκικο το χορεύουν ένας ένας στον κύκλο κι οι άλλοι γύρω γύρω φωνάζουν "χο,χο,χο" αλλά όχι σαν του Άη Βασίλη, τονισμένο μία ανάσα πριν και χωρίς τάρανδους και κουδουνάκια.
- Ο κατάλογος τα είχε όλα σε "κομματάκια" ("κομματάκια χοιρινού", "κομματάκια μοσχαρίσιου") τόσο που άρχισα να αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιο θέμα με τα ολόκληρα κομμάτια κρέας. Μάθαμε πάντως ότι το φαγητό είναι πολύ καλό.
- Τα ευφάνταστα μαλλιά των Αιθιόπων θαμώνων πήραν γρήγορα ονομασίες φαγητών: ένας είχε μαλλιά - νιόκι, άλλος μαλλιά - κιμά , "τίποτε σε φαρφάλες έχει;" ρώτησε γεμάτη απορία η Φ.
- Ο Αιθίοπας νέος βάζει το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του και λικνίζεται έτσι ανέμελος, χωρίς να βηματίζει καθόλου, και είναι απλώς ΥΠΕΡΟΧΟΣ, την ώρα που εγώ στα δύο αντίστοιχα λικνίσματα και στις τρεις χορευτικές δηθενουριές, τρίζω σαν παλιοκαρέκλα.
- Τον Mulatu Astatke (που έφτιαξε την εξαιρετική μουσική στα "Τσακισμένα λουλούδια") που εγώ με περηφάνεια έδειξα πόσο καλά τον ήξερα, οι Αιθίοπες τον είχαν γραμμένο εκεί που δεν πιάνει μελάνι κι έτσι χάθηκε άλλη μία ευκαιρία να συνδεθούμε μέσα από ένα κοινό πολιτισμικό αγαθό.
- οι υπόλοιποι εμείς κοινοί θνητοί ανήκαμε σε ποικίλες εννοιολογικές κατηγορίες:
- αυτοί με τα μπλουζάκια-μήνυμα: κοιτούσες το μπλουζάκι στο μήνυμα κι έβγαζες κάποια πρώτα βασικά συμπεράσματα, π.χ. ότι είναι βρώμικο του κερατά
- οι εναλλακτικές γκόμενες τύπου "έβαλα-κάτι-πρόχειρο-γιατί-πρέπει-να-είμαι-αντισυμβατική". Αυτές ήταν πολύ όμοιες μεταξύ τους και φαινόντουσαν σαν να είχαν βγει από διαφήμιση του Attrativo.
- οι επιφυλακτικές γκόμενες που κρύβουν στο βάθος και μια λουσού αλλά ντύθηκαν απόψε σε χαμηλούς τόνους, γιατί Axum και Δροσοπούλου, όσο να το κάνεις...
- οι "βερμούδες" - αυτή την κατηγορία την ονομάζω έτσι γιατί οι βερμούδες ήταν τόσο πολλές εκείνο το βράδυ που απέκτησαν δική τους αυτόνομη φωνή!
Άσχετο συμπέρασμα-κλείσιμο: Τι ωραίο που είναι τελικά να μπορείς να ταξιδεύεις μέσα από τους ανθρώπους!

Ετικέτες